Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Ο Ι Α Ν Τ Ι Θ Ε Τ Ο Ι


Φίλες και φίλοι. 
Επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω μια κριτική για το βιβλίο μου.

Ένα ιστορικό μυθιστόρημα του Διονύση Ε. Κονταρίνη.

Γράφει ο Δημήτρης Φρεζούλης, αρχισυντάκτης της εφημερίδας ΑΛΗΘΕΙΑ Χίου.

Με τον όρο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949 εννοούμε την περίοδο ενόπλων συγκρούσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ του Ελληνικού Εθνικού Στρατού και των ανταρτικών δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που ήταν υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.
Tυπικά μπορεί ο Εμφύλιος να διήρκεσε από τον Μάρτιο του 1946 έως τον Αύγουστο του 1949, όμως ουσιαστικά είχε ξεκινήσει από το ματωμένο Δεκέμβρη του ‘ 44. Κείνο τον Δεκέμβρη που ο λαός της Αθήνας κατέβηκε  στο Σύνταγμα σε μια ειρηνική διαδήλωση ενάντια στα συμφέροντα της ξένης και ντόπιας αντίδρασης. Αυτή η διαδήλωση βάφτηκε με αίμα. Τριάντα νεκροί  και πάνω από 100 τραυματίες. Για να ακολουθήσουν δύο χρόνια μέχρι την  30 Μαρτίου του 1946 με εκατοντάδες εκτελέσεις σε όλη την Ελλάδα.
Μεσολάβησε, φυσικά, η ταπεινωτική συμφωνία της Βάρκιζας, όταν το  λαϊκό κίνημα, ο Δημοκρατικός Στρατός υποχρεώθηκε να καταθέσει τα όπλα και αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος.
Ο Ελληνικός Εμφύλιος θεωρείται διεθνώς ως η πρώτη πράξη του ψυχρού πόλεμου στη μεταπολεμική ιστορία και ήταν η πολεμική σύγκρουση με τις μεγαλύτερες απώλειες που γνώρισε η χώρα από το 1830 έως σήμερα.
Σε αυτά τα τραγικά χρόνια του Εμφύλιου μας μεταφέρει ο Διονύσης Κονταρίνης με το βιβλίο του «Οι Αντίθετοι» που είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα και που παραπέμπει στο τέλος του αδελφοκτόνου πολέμου. Ένα μυθιστόρημα μέσα από το οποίο ξεδιπλώνονται με μοναδικό τρόπο οι αιτίες και αφορμές που τον προκάλεσαν, αλλά και η εξέλιξή του. Με μαεστρία, οφείλουμε να ομολογήσουμε, καθώς ο συγγραφέας με γλαφυρότητα βάζει την ιστορία εκείνων των χρόνων στα χείλη των πρωταγωνιστών του βιβλίου. Των χρόνων εκείνων όπου πατέρας σκότωνε το παιδί, αδερφός τον αδερφό και φίλος τον φίλο. Σε έναν Εμφύλιο που μπορεί να χαρακτηριστεί άφοβα και ως «η μεγαλύτερη κατάρα που μπορεί να δώσει ο Θεός σε μια χώρα». Και όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «αν για τον πόλεμο λες «γιατί;», για τον Εμφύλιο τι θα πεις; Πού σταματάει η φρίκη και πού αρχίζει η λογική; Στα χρόνια εκείνα που σημάδεψαν τη χώρα και τους ανθρώπους της και για τις επόμενες περιόδους της ζωής τους. Που σημάδεψαν την πατρίδα με τα βαριά σημάδια που της άφησαν και που, δυστυχώς, έκαναν πολλά χρόνια να ξεπεραστούν. Με φοβερές συνέπειες για όλους όσοι είχαν στιγματιστεί με τη «ρετσινιά» του κομμουνιστή. Όχι μόνο οι ίδιοι αλλά και τα παιδιά τους και οι κοντινοί και μακρινοί συγγενείς τους. Άλλοι εκτελέστηκαν, άλλοι φυλακίστηκαν, άλλοι εξορίστηκαν, άλλους τους τρέλαναν. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και πόσα άλλα εμπόδια έμπαιναν στην καθημερινότητα μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού;
Και βέβαια ο Εμφύλιος ήταν μέσα στα σχέδια των «φίλων» και τον είχαν σχεδιάσει οι «προστάτες» μας, αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, γιατί δεν μπορούσαν να αποδεχτούν ότι δεν θα έκαναν πια κουμάντο, καθώς η Αντίσταση, που είχε αγκαλιάσει ολόκληρη την Ελλάδα, ήταν η ελπίδα για τη λευτεριά της πατρίδας. Και από κατακτητές και από σωτήρες. Και από συμμάχους στους οποίους κάποιοι δικοί μας άνθρωποι ξεπούλησαν ό, τι ιερό και όσιο είχαμε. Την ελευθερία και την ανεξαρτησία μας. Και τελικά μας τους κάθισαν στο σβέρκο για πάρα πολλά χρόνια αργότερα.
«Οι Αντίθετοι», όπως μπορεί να καταλάβει καθένας, έχουν ως πρωταγωνιστές δύο μαχητές, οι οποίοι όμως ανήκουν στα δύο διαφορετικά, αντίθετα, στρατόπεδα, εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου. Ο Φώτης είναι ενταγμένος στον εθνικό, λεγόμενο, στρατό και ο Λευτέρης στον αντίστοιχο αποκαλούμενο δημοκρατικό. Δυο νέοι άνθρωποι που συναντιούνται εντελώς τυχαία, μετά από μια μάχη καθώς ο ένας βρέθηκε αποκομμένος από το τάγμα του ενώ είχε χτυπήσει στο κεφάλι και ο άλλος εγκαταλειμμένος από τους δικούς του με τραυματισμένο το πόδι του. Δύο άνθρωποι που μετά την πρώτη συνάντησή τους θα μπορούσαν να ακολουθήσουν ο καθένας το δικό του δρόμο. Όμως κάτι τους έκανε να δουν ο ένας τον άλλον με συμπάθεια που στο τέλος μετατράπηκε σε αλληλεγγύη και αγάπη. Δυο άνθρωποι γεννημένοι στα ίδια χώματα, που αφότου βρέθηκαν τετ- α- τετ, μετά τις πρώτες αναγνωριστικές κινήσεις, κανείς δε σήκωσε το όπλο του να πυροβολήσει τον άλλον. Γιατί, όπως τους είπε ένας γέρος– παπάς αργότερα: «Το αίμα σας ήτανε που σας φώναξε όχι μωρέ αδέρφια, μη σκοτωνόσαστε».
Η όποια αρχική επιφύλαξη, ιδιαίτερα του Φώτη, γρήγορα εξαφανίζεται από το συντροφικό και ανθρώπινο λόγο του Λευτέρη, που μπορεί να μη ξέρει γράμματα, μπορεί να μεγάλωσε πάνω στα κατσάβραχα, αλλά κρύβει μέσα του μια ζεστασιά και γλυκύτητα για το συνάνθρωπό του. Συναισθήματα που προέρχονται βέβαια από το γεγονός ότι είναι κομμουνιστής.
Η αρχική, δικαιολογημένη εν πολλοίς, καχυποψία σιγά- σιγά διαδέχεται από την εμπιστοσύνη και την αγάπη που μπορούν να χτίσουν ανάμεσά τους οι άνθρωποι και από άγρια θηρία να μετατραπούν σε φίλους και αδελφούς. Και, πραγματικά, σε εντυπωσιάζουν τα επιχειρήματα του Λευτέρη που πολλές φορές αφήνουν άναυδο και άφωνο τον Φώτη. Και τα οποία, σιγά- σιγά, μαλακώνουν και την καρδιά του Φώτη που ναι μεν δεν είναι σκληρή, όμως εκείνοι που τον έστειλαν να πολεμήσει πάνω στα άγρια Βουνά του Γράμμου, κάπως αλλιώς του είχαν περιγράψει τους κομμουνιστές.
Μεγάλες ψυχές και τα δύο παλικάρια στάθηκαν αντιμέτωποι σε έναν πόλεμο που τον επέβαλαν οι ξένοι για τα δικά τους συμφέροντα και για τα αντίστοιχα της καθεστηκυίας τάξης. Και βρέθηκαν αντιμέτωποι, όπως και τόσοι άλλοι των οποίων τα άψυχα κορμιά σπάρθηκαν, κυρίως, στα βουνά της Μακεδονίας. Ο Λευτέρης, πολύ πιο συνειδητοποιημένος από τον Φώτη, καθώς είχε παλέψει και μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ, όταν βροντούσε ο Ολυμπος και άστραφτε η Γκιώνα για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά. Ο Φώτης πιο συγκρατημένος , αφού παρά το ότι βρέθηκε στα βουνά, δεν ήξερε και για ποιο λόγο πολεμά. Επιδεκτικός όμως στα μηνύματα που αργά- αργά του μετέδιδε ο Λευτέρης. Και, πραγματικά, το βιβλίο είναι γεμάτο από πανανθρώπινα δημοκρατικά μηνύματα. Σε κάθε γραμμή, σε κάθε σελίδα του.
Ο Διονύσης Κονταρίνης, γνωστός από παλιά, αφιερώνει το βιβλίο του αυτό «στις χιλιάδες των νεκρών του Εθνικού στρατού, που ήσαν Έλληνες. Στις χιλιάδες των νεκρών του Δημοκρατικού στρατού που κι αυτοί ήταν Έλληνες. Για να θυμίζουν σε μας τους νεότερους, ποιοι ήσαν και είναι ακόμα «οι σύμμαχοί μας», «οι φίλοι μας», «οι σωτήρες μας»…
Η αλήθεια είναι ότι για την Εθνική Αντίσταση και για τον Εμφύλιο γράφτηκαν πολλά βιβλία. Όμως «Οι Αντίθετοι» του Διονύση Κονταρίνη είναι ένα βιβλίο διαφορετικό από άποψης σύλληψης και πλοκής. Περιγράφει με εύγλωττο και ρεαλιστικό τρόπο πώς από τη μια στιγμή στην άλλη, δύο υποτιθέμενοι θανάσιμοι εχθροί μπορεί να μεταβληθούν σε συντρόφους. Όχι τόσο με την κομματική έννοια, αρχικά τουλάχιστον, όσο με την κυριολεκτική, καθώς αναπτύσσεται μεταξύ τους μια πολύ δυνατή φιλία και μια ειλικρινής αγάπη. Έχοντας ως δεδομένο, σε εκείνους τους δίσεκτους καιρούς, ότι σε όποιο στρατόπεδο και αν κατάφευγαν είχαν την θανατική καταδίκη σίγουρη, αποφασίζουν να «δραπετεύσουν». Έτσι, κυνηγημένοι, αλλά με ακλόνητη την πίστη ότι μπορούν να τα καταφέρουν, ξεκινούν ένα μακρύ οδοιπορικό πάνω στον Γράμμο με στόχο και σκοπό να φτάσουν στα σύνορα και να διαφύγουν στην Αλβανία. Ένα οδοιπορικό μαρτυρικό κάτω από αντίξοες καιρικές και όχι μόνο συνθήκες, με τις μάχες να γίνονται σε απόσταση αναπνοής, με χίλιες προφυλάξεις, με τη συμπαράσταση κάποιων απλών ανθρώπων που πίστευαν στην αδελφοσύνη και στην αλληλεγγύη. Η διαδρομή μέχρι τα σύνορα δύσβατη και επίπονη με τον Φώτη να κουβαλά τον Λευτέρη ακόμα και στους ώμους και να δίνει κουράγιο ο ένας στον άλλον για να φτάσουν στον προορισμό τους. Ένα οδοιπορικό που διανθίζεται με πολλά γεγονότα που μεσολαβούν, αλλά και είναι εξαιρετικό στην περιγραφή όχι μόνο με την καθημερινότητα που βιώνουν οι δύο πρωταγωνιστές, αλλά και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και του περιβάλλοντα χώρου. Μια διαδρομή που μόνο μονότονη και βαρετή ή κουραστική δεν είναι. Μια πορεία πάνω στα κατσάβραχα, στα μικρά διαλείμματα της οποίας, δίνει την ευκαιρία στον Λευτέρη να δώσει στον Φώτη να καταλάβει για ποιους λόγους οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού πήραν τα όπλα. Παραδεχόμενος όμως και ότι «κάναμε λάθη πολλά, πάρα πολλά. Όμως ήταν τόσο καλοστημένη η μηχανή των Άγγλων, που δεν μπορέσαμε αυτά τα λάθη να τα αποφύγουμε»… Ιδέες πανανθρώπινες τις οποίες στο τέλος όχι μόνο ενστερνίζεται ο Φώτης αλλά τις υπερασπίζεται κιόλας αγνοώντας ακόμα και τη θανατική καταδίκη.
Δεν θα σας αποκαλύψουμε το τέλος του μυθιστορήματος γιατί αξίζει τον κόπο να έχετε την αγωνία για την τελική κατάληξη του Λευτέρη και του Φώτη.
Ο Διονύσης Κονταρίνης έγραψε ένα ιστορικό μυθιστόρημα που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον σου από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Καλογραμμένο και καθόλου κουραστικό μας δίνει μια άλλη διάσταση του Εμφύλιου που, όπως σημειώνει ο ίδιος, «είναι η πιο μεγάλη κατάρα που μπορεί να δώσει ο θεός σε μια χώρα». Βέβαια η πλάστιγγα του συγγραφέα κλίνει αναφανδόν υπέρ του Δημοκρατικού Στρατού αφού, όπως γράφει και πάλι ο ίδιος, διάβασε και μελέτησε πολύ για να φτάσει στα συμπεράσματά του. Όλα εκείνα που έμαθε διαβάζοντας μας τα δίνει και σε εμάς να τα μάθουμε. Να τα διαβάσουμε. Και διάλεξε το δρόμο της αφήγηση Μια αφήγηση που συγκινεί, συναρπάζει κάποιες στιγμές και γίνεται κιβωτός γνώσης.
Αξίζει ένα τυπικό λεπτό σιγής στη μνήμη όλων όσοι εκείνα τα δίσεκτα και πέτρινα χρόνια, άσχετα πού ανήκαν, άφησαν την τελευταία πνοή τους όχι μόνο κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου, αλλά και για της πατρίδας την ελευθερία τα χρόνια της Κατοχής, όπως και για εκείνους που δολοφονήθηκαν από τις μετεμφυλιακές κυβερνήσεις.

Παρακαλώ περάστε και από το ιστολόγιο 
Οπωσδήποτε θα βρείτε κάτι που 
θα σας αρέσει και θα σας ενδιαφέρει.






8 σχόλια:

  1. Διάβασα το εξαιρετικό διαχρονικού ενδιαφέροντος βιβλίο, του φίλου συγγραφέα Διονύση Κονταρίνη, ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ,
    Γραμμένο μέσα από αδελφικές πληγές του εμφυλίου, οι οποίες μέχρι σήμερα στάζουν αίμα νωπό, από αυτές όπου τα ξενοκίνητα συμφέροντα φανάτιζαν τους Έλληνες, σε Δεξιούς και Αριστερούς, έτσι όπως δήλωνε η κάθε παράταξη, χωρίς ποτέ κανείς να σκεφτεί ότι και οι δυο παρατάξεις ήταν Έλληνες και το κακό που γινόταν ήταν εναντίων της ίδιας της πατρίδας μας, εναντίων όλων των Ελλήνων.
    Θα έλεγα ένα βιβλίο βγαλμένο μέσα από την δική μας ζωή, μιας ζωής που υποχρεωθήκαμε να εγκαταλείψουμε και να ζητήσουμε κάτι σαν άσυλο στα ξένα, δεν θα το έλεγα άσυλο αλλά για μια θέση κάτω απ’ τον ήλιο, για να χορτάσουμε ψωμί.
    Η πάλη των ηρώων του, που με πραγματική μαεστρία μας παρουσιάζει, η πλοκή των γεγονότων μας κρατά εν αναμονή της επόμενης σελίδας.....

    χαιρετώ
    Γαβριήλ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα φίλε Γαβρίλη.
      Σ΄ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
      Το βιβλίο αυτό ήταν μια φωνή που για πολλά χρόνια κρατούσα μέσα μου και ήθελα να την αφήσω να ακουστεί.
      Νάσαι καλά φίλε.

      Διαγραφή
  2. Eξαιρετικό το αφιέρωμά σου στο βιβλίο αυτό, που αναφέρεται στην πιο σκοτεινή περίοδο της ιστορίας μας. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο, γιατί κάθε αναφορά σε κείνα τα χρόνια είναι χρήσιμη για τους νεώτερους. Για να μη σβήσουν ποτέ οι μνήμες. Αυτά που ζούμε σήμερα δεν είναι παρά η συνέχεια αυτής της αιώνιας εθνικής μας κατάρας. Της διχόνοιας.
    Σε χαιρετώ θερμά Ντένη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ΄ευχαριστώ για την επίσκεψη αγαπητή μου Μαρία.
      Είναι αλήθεια ότι αυτά που ζούμε σήμερα είναι η συνέχεια της εθνικής μας κατάρας. Μετά από 65 χρόνια υπάρχου ακόμη άνθρωποι που ζουν με το πνεύμα του Εμφύλιου. Τι να πω; Έχω πάψει πλέον να μιλάω και λέω μόνο ο Θεός να λυπηθεί την Ελλαδίτσα μας.
      Την αγάπη μου πάντα καλή μου φίλη.

      Διαγραφή
  3. Καλοτάξιδο να είναι το βιβλίο σου Ντένη!
    Σίγουρα είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσουμε όλοι!!
    Καλή Κυριακή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ΄ευχαριστώ αγαπητή μου Μαρία για τις ευχές. Το ταξίδι του βιβλίου πάει καλά αρκεί να το νοιώσουν όσοι θα το διαβάσουν.
      Την αγάπη μου πάντα καλή μου φίλη.

      Διαγραφή
  4. Ειναι ενα δυσκολο εγχειρημα να γραφει γενικα η ιστορια και δη αυτη του εμφυλιου στην Ελλαδα. Καθε μαρτυρια ομως ειναι πολυτιμη και μπραβο για τολμημα
    Αυτό που με θλιβει είναι ότι μεχρι σημερα κανενας από καμμια πλευρά δεν ζητησε συγγνωμη στον αλλον. Αν μπορουσαν να μας ελεγαν και γιατι αλληλοσκοτώθηκαν μεταξυ τους θα μας ηταν χρησιμο.
    Αλλα και σημερα μια από τα ιδια, χωριζόμαστε σε μνημονιακους και αντιμνημονιακους, ευρωπαίους και αντιευρωπαιους, γερμανοφιλους και ρωσοφιλους. Και ολοι βεβαια να πασχιζουν για το καλο της Ελλαδας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλοδεχούμενος στοι σπιτικό μου φίλε Velvet.
      Να σου γνωρίσω ότι τρία χρόνια μου πήρε να συγκεντρώσω στοιχεία και ένα χρόνο για να το γράψω.
      Στο θέμα της συγνώμης τι να πω; Μάλλον μια λέξη άγνωστη για το λαό μας. Το μόνο που θυμάμαι σαν ένα στοιχείο μιάς κατανόησης ήταν η συνάντηση Τσακαλώτου - Μάρκου Βαφειάδη όπου και οι δυό αναφέρθηκαν σε λάθη και ευθύνες.
      Όσο για σήμερα θλίβομαι για την κατάσταση που επικρατεί στην πατρίδα. Με την κουκούλα στο κεφάλι και μια μολότωφ στο χέρι θέλουν να μιλάνε για Δημοκρατία.
      Νάσαι καλά φίλε και πάντα ευπρόσδεκτος.

      Διαγραφή