Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Τα χαρούπια.



Να φύγουμε λίγο από τα χάλια της ΝουΔούλας φίλοι μου. Ειλικρινά τους έχω βαρεθεί. Ό,τι και να γίνει, όποιος κι΄αν εκλεγεί πρόεδρος, πιστέψτε με, αυτοί θα μένουν πάντα μιά από τα ίδια. Να σας μεταφέρω σήμερα σ΄έναν άλλο τόπο, σ΄έναν άλλο χρόνο σε μιά σκληρή κι΄αξέχαστη εποχή. Τότε που αγωνιζόμαστε να επιζήσουμε και να διατηρηθούμε άνθρωποι.
Σάββατο μεσημέρι, λοιπόν, μετά το φαγητό κι΄όπως το έχουμε κανονίσει σαν πρόγραμμα εκμεταλευόμενοι τον λίγο χρόνο που έχουμε, λόγω του επαγγέλματος του θηριοδαμαστού εγγονιών, ξεκινήσαμε να επισκεφτούμε τα διάφορα καταστήματα γιά την προμήθεια των απαραιτήτων της εβδομάδας.
Ένα από όλα τα καταστήματα που οποσδήποτε θα επισκεφτούμε είναι και μιά πραγματικά αξιόλογη φρουτομαρκέτα, την οποια έχουν Κορεάτες. Βλέπετε στην..... Σεούλ είναι το σπίτι μου, Κορεάτες οι γείτονές μου, κορεατικά και τα καταστήματά τους. Ειλικρινά όμως είναι πολύ ενδιαφέροντα γιά την ποικιλία που διαθέτουν αλλά και τις τιμές τους και την ποιότητα των προϊόντων τους και επί πλέον καλοί άνθρωποι.
Νάμαστε λοιπόν στην φρουτομαρκέτα – δεν λέμε όνομα γιατί δεν κάνουμε διαφήμηση –
Και αρχίζουμε να τριγυρίζουμε στους διαδρόμους και να εξερευνούμε τα διάφορα προϊόντα. Σε μιά στιγμή ειλικρινά έμεινα απολιθωμένος μπροστά σε ένα καλάθι με κάτι προϊόντα προσπαθώντας να βεβαιωθώ ότι ήταν αυτά που υποψιαζόμουν, παρ΄όλο που ήμουν απολύτως βέβαιος. Δεν γνωρίζω πόση ώρα έμεινα εκεί και αν εμπόδιζα κάποιον που ήθελε να ψωνίσει. Όμως σε μιά στιγμή πλάϊ μου βρέθηκε η γυναίκας μου.
-Τι έπαθες , μου λέει, κι΄απόμεινες εδώ σαν ξερός.
-Κοίτα, της λέω.
Η γυναίκα μου κοιτάζει εξεταστικά το περιεχόμενο του καλαθιού και με μιά φωνή που μόλις ακούγεται, μου λέει.
-Χαρούπια.
Ναι φίλοι μου. Ήταν ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο χαρούπια. Τα γνωστά ξυλοκέρατα της παιδικής μας ηλικίας. Το μόνιμο φαγητό μας κάθε μέρα τον καιρό της Κατοχής, τότε που δεν είχαμε τίποτε άλλο να φάμε. Τότε που τα χαρούπια ειλικρινά είχανε σώσει ζωές και ζωές.
Πήρα μιά χούφτα από δαύτα στα χέρια μου και τα χάϊδευα. Κι΄οι αμναμνήσεις ξύπνησαν μέσα μου. Ξύπνησαν τον τραγικό χειμώνα του ’42 τότε που η ζωή μας άξιζε όσο μιά μπουκιά ψωμί.
Ήτανε ένα απόγιομα σαν είδαμε το Θόδωρο, γνωστό γειτονόπουλό μας και εγγονό του γιατρού του Ζ, να φτάνει στη γειτονιά μας κρατώντας μιά σακούλα και ροκανίζοντας ένα χαρούπι. Αμέσως όλοι τρέξαμε κοντά του.
-Τι έγινε ρε; Τον ρωτήσαμε, Που τα βρήκες;
-Ρε συ Θόδωρε, δώσε ένα, τον παρακάλεσα.
Και μούδωσε ο φουκαρά, Θεός σχωρέστονε. Πριν δυό μήνες έμαθα γιά το θάνατό του.
Τελικά δεν μας είπε που τα βρήκε. Μόνο μας υποσχέθηκε το πρωί να μας πάρει μαζύ του.
-Πάρτε καμμιά σακκούλα, μας είπε και ξεκινάμε πρωί. Να προλάβουμςε τους άλλους.
Την άλλη μέρα, με μιά μαξιλαροθήκη της μάνας μου στο χέρι ξεκινήσαμε. Είμαστε καμμιά δεκαριά όλοι κι΄όλοι και η μουγκαμάρα που μας κατάτρωγε ήτανε αν τα χαρούπια θα φτάνανε γιά όλους μας.
-Μη σας νοιάζει ρε σεις, μας καθυσήχαζε ο Θόδωρος. Έχει πολύ πράμα.
Πήραμε το δρόμο γιά το Κανόνι, κατεβήκαμε στη λίμνη του Χαλκιόπουλου, περάσαμε τη γέφυρα, έχοντας το Ποντικονήσι στα αριστερά μας και ανηφορίσαμε γιά την Ανάληψη. Σε λίγο βρεθήκαμε σε ένα δάσος γεμάτο χαρουπιές. Κάτω στο έδαφος στρώμα τα χαρούπια.
Κάτι άναρθρες κραυγές βγάλαμε όλοι μας θυμάμαι και αρχίσαμε να κυλιόμαστε πάνω στους καρπούς. Το πόσα φάγαμε ούτε που μπορώ να θυμηθώ. Το μόνο που μου έχει μείνει είναι ότι στο γυρισμό όλοι μας είχαμε κορακιάσει από την δίψα και δεν μπορούσαμε να βρούμε πουθενά λίγο νερό. Γεμίσαμε και τις μαξιλαροθήκες μας και γυρίσαμε στα σπίτια μας.
Από κείνη την ημέρα το φαγητό μας ήταν τα χαρούπια. Κι΄ήταν αυτά φίλοι μου που μας κράτησαν στη ζωή
Κάπου εκεί τέλειωσα τις σκέψεις μου. Πήρα δυό χαρούπια, κοίταξα γύρω μου μήπως με βλέπει κανείς και τά έβαλα στην τσέπη μου. Δεν ήθελα να τα πληρώσω,. Δεν ξέρω πως και γιατί κείνη τη στιγμή κάτι έννοιωθα γιά αυτό το πράμα που με έπιασε το πείσμα να το κλέψω. Τα έφερα σπίτι μου. Τα έχω πάνω στο γραφείο μου και κάθε τόσο τα κοιτάζω. Σκέφτομαι από αύριο το πρωί να αρχίσω να μιλάω στα εγγόνια μου γιά τα χαρούπια και τον ρόλο που έπαιξαν στη ζωή μου. Να δω τι θα καταφέρω.

6 σχόλια:

  1. "Ειλικρινά τους έχω βαρεθεί."λέτε κ. Ντένη και γω απορούσα τόσο καιρό πώς αντέχετε να καταναλώνετε το χρόνο σας και τη σκέψη σας μαζί για τη Ν.Δ και να μην παθαίνετε αλλεργία...Το λέω κρίνοντας εξ΄ιδίων τα αλλότρια...
    Είδατε κ. Ντένη πόσο ένα ευτελές πράγμα, το πιο ταπεινό του θεού δημιούργημα, μπορεί να ξεσηκώσει το είναι μας;Εξαρτάται πιστεύω από το πόσο μας έχει αγγίξει την καρδιά, πόσο και με πιο τρόπο μπήκε στη ζωή μας και τι ρόλο έπαιξε.Έτσι και με τα χαρούπια λοιπόν!Ήρθαν στο αντίκρισμά τους οι εικόνες αντάμα με αγαπημένες μορφές, ζεστές στιγμές των παιδικών χρόνων έστω και αν κουβαλούσαν ανέχεια.
    Να είστε καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχεις δίκιο καλή μου Μαριάνθη. Τι να κάμω όμως; 42 χρόνια πολιτικό ρεπορτάζ μαζύ τους έγιναν ένα κομμάτι της ζωής μου.
    Όσο γιά τα χαρούπια τι να σου πω. Το τι ζήσαμε τότε, το τι φάγαμε, λεμονόκουπες, πατατόφλουδες, ξυνήθρες ωμές, κι΄όμως παιδί μου δεν πάθαμε τίποτα.
    Άστα. Τι το θέλω και τα θυμάμαι
    Νάσαι καλά καλή μου φίλη
    Ντένης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Φίλε μου Διονύση.
    Που τα θυμήθηκες τα χαρούπια;
    Που τα βρήκες; Καλά οι Κορεάτες τι τα κάνουν; Τα τρώνε;
    Πω!πω!πω! Τι εποχές ήταν εκείνες φίλε μου. Από το πρωί μέχρι το βράδυ η μόνη μας απασχόληση ήταν να βρούμε κάτι να φάμε.
    Κι΄όμως ρε φίλε. Νοιώθαμε όμορφα.
    Νάσαι καλά
    Δημήτρης Φρε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εκεί απ' έξω από το κοιμητήριο του Αγίου Δημητρίου στο χωριό μου υπήρχε μια Κουτσουπιά=χαρουπιά. Κούτσουπα τα λέγαμε, χαρούπια οι καθαρευουσιάνοι, λοιπόν φίλε μου όταν κατορθώναμε και κόβαμε κάποιο μισοώριμο είχε μια υπόγλυκη τη γεύση, έλα όμως που ούτε αυτό δεν προλαβαίναμε να φάμε...

    Νάσαι καλά φίλε

    Γαβριήλ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Γειά σου βρε Δημήτρη μου. Γειά σου παλιόφιλε. Που είσαι βρε θεριό νάρθεις εδώ να τα θυμηθούμε αντάμα. Τώρα τι τα κάνουνε τα χαρούπια οι Κορεάτες δεν ξέρω. Γιά να τα έχουνε στην φρουτομαρκέτα μάλλον θα τα τρώνε. Αυτοί τρώνε ό,τι νάναι.
    Πάντως αλησμόνητα κείνα τα χρόνια φίλε μου. Με όλη την πείνα μας βρίσκαμε κέφι να ζούμε.
    Νάσαι καλά και να τα λέ,με κάπου-κάπου.
    Ντένης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Στηβ=ν Ανάληψη φίλε Γαβρίλη υπήρχε ένα μικρό δάσος από χαρουπιές. Τα λέγαμε και κούτσουπα. Αυτό το δασάκι στην κατοχή μπορώ να πω ότι βοήθησε πάρα πολύ την πείνα μας.
    Πάντως χτες έδειχνα στα εγγόνια μου τα κούτσουπα-χαρούπια-που έκλεψα.Τα περιεργάστηκαν, τα έβαλαν στο στόμα τους και μετά έφτυναν.Άντε τώρα εγώ να τους μιλήσω γιά την πείνα μας.
    Αυτά φίλε και θα τα πούμε.
    Ντένης

    ΑπάντησηΔιαγραφή